
Από άρθρο του Θανάση Τσαλαβρά στην τοπική εφημερίδα «Νέοι Καιροί» (23-01-2001) Το φθινόπωρο του 1943, ένας ρακένδυτος και ταλαιπωρημένος από τις κακουχίες Ιταλός στρατιώτης, ονόματι Αρτούρο Πιερτραρέλι, φτάνει στα Καλύβια Αιτωλοακαρνανίας προς αναζήτηση τροφής. Έψαχνε και κάποιο ασφαλές μέρος για να κρυφτεί από τους διώκτες του. Κάποιοι μάλιστα που τον είδαν να περιφέρεται στον δρόμο ερχόμενος από το Αγρίνιο θέλησαν να τον περιπαίξουν και να τον κακομεταχειριστούν. Φτάνοντας κυνηγημένος στο χωριό και μη γνωρίζοντας κανέναν, αναζητούσε ένα κομμάτι ψωμί ή λίγη μπομπότα για να κρατηθεί όρθιος, πριν συνεχίσει τον δρόμο του προς το άγνωστο. Και να, ως “από μηχανής θεός”, ένας θαρραλέος και σεβαστός κάτοικος του χωριού, ο κυρ Τάσος Μεσογίτης τού φώναξε να έρθει κοντά του και χωρίς να διστάσει και παίρνοντας τις απαραίτητες προφυλάξεις, του έγνεψε να τον ακολουθήσει βόρεια του χωριού, στο σπίτι που διέμενε τότε, στα Καραθανέικα. Αφού του έδωσε φαγητό για να χορτάσει την πείνα του και νερό για να ξεδιψάσει, ο κυρ Τάσος τον πήρε υπό την προστασία του και παρά τους κινδύνους τον έκρυψε στην αποθήκη του σπιτιού του, για να τον προστατέψει. Όπως εξομολογήθηκε στον κυρ Τάσο, ήταν από ένα προάστιο της Ρώμης και στον πόλεμο υπηρετούσε σε μονάδα που έδρευε στο Αγρίνιο, πιθανά στην Υπηρεσία Σιδηροδρόμου. Η διοίκησις του Γραφείου Σιδηροδρόμου της γραμμής Αγρινίου-Άρτας-Ιωαννίνων-Δυρραχίου (που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ) έδρευε στην οδό Παπαστράτου στο σπίτι του Σκαλτσά, απέναντι του κινηματογράφου REX. Η γραμμή είχε φθάσει μέχρι τα Ρουσέικα, όταν μεσολάβησε η παράδοση άνευ όρων της Ιταλίας. Γενικός Επόπτης της γραφείου Σιδηροδρόμων ήταν ο συνταγματάρχης του Ιταλικού Μηχανικού Μάριο Ανιόλι. Ο Ιταλός Αρτούρο, που είχε μάθει στο μεταξύ να μιλά λίγα ελληνικά, θα παραμείνει για αρκετούς μήνες κρυμμένος στη μικρή αποθήκη, όπου φυλάσονταν γεωργικά εργαλεία, τσουβάλια με πατάτες και καλαμπόκι, ενώ ο κυρ Τάσος του δίνει το όνομα Πέτρος, για να τον προφυλάξει από τους Γερμανούς και για να μοιάζει με ντόπιο εργάτη. Εκεί, πότε από τον κυρ Τάσο πότε από την θειά Νάσαινα (Όλγα) Καραθάνου, έβρισκε ένα πιάτο φαΐ, ζεστό ψωμί κι ένα στρώμα για να κοιμάται. Αφού τα πράγματα ηρέμησαν και οι Γερμανοί δυνάστες αποχώρησαν από την περιοχή τον Σεπτέμβριο του ’44, ο Πέτρος άρχισε σιγά σιγά να δουλεύει στα χωράφια που καλλιεργούνταν πατάτες, συγκεκριμένα στον οικισμό του Αγίου Γεωργίου, στην περιοχή “Τσάμπες”. Ο μπάρμπα Τάσος είχε πολεμήσει στα χιονισμένα βουνά της Πίνδου κατά τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου το 1940, μεταφέροντας με το άλογό του πυρομαχικά και τρόφιμα, ενώ στο πεδίο της μάχης μια σφαίρα τον τραυμάτισε στο χέρι. Ο Τάσος Μεσογίτης είχε έρθει στα Καλύβια μεταξύ 1937-38, μετά από πρόσκληση του γεωπόνου Στέλιου Παπαπάνου για να συνεργαστούν στην καλλιέργεια της πατάτας στα γόνιμα χωράφια του χωριού. Και οι δυο γνωρίζονταν από παλαιότερα, αφού κατάγονταν από τις Κουκουβάουνες Αττικής. Αρκετοί χωριανοί ήξεραν για τον Ιταλό και τον προστάτευαν με τη σιωπή τους, ενώ ποτέ κανένας δεν πρόδωσε το μυστικό στους Γερμανούς, στους ταγματασφαλίτες ή στους αντάρτες. Εκείνη τη δύσκολη εποχή, πολλοί Ιταλοί στρατιώτες υπέστησαν βίαιες διώξεις, ενώ αρκετοί από αυτούς έχασαν τη ζωή τους. Έτσι λοιπόν πολλοί Ιταλοί μετά την κατάρρευση του συμφώνου Ιταλίας-Γερμανίας εγκλείστηκαν στις αποθήκες Παπαπέτρου, όπου ζούσανε σε άθλιες συνθήκες και τους χρησιμοποιούσαν οι Γερμανοί για διάφορες αγγαρείες κλπ. Αρκετοί από αυτούς διασκορπίστηκαν στα γύρω βουνά και αγωνίζονταν μαζί με τους Έλληνες αντάρτες, όπως αναφέρουν οι προφορικές μαρτυρίες. Μετά την απελευθέρωση, ο Αρτούρο (Πέτρος) ευχαρίστησε τον μπαρμπα Τάσο και είπε ότι κάποια μέρα θα επέστρεφε, για να εκπληρώσει ένα τάμα στο εξωκλήσι του Άη Γιώργη και τον προστάτη Άγιο. Αρχές καλοκαιριού του 1981, ο Αρτούρο Πιερτραρέλι ήρθε ξανά στα Καλύβια μετά από 36 χρόνια. Είχε μεσημεριάσει και ψάχνοντας μετά από τόσα χρόνια στο χωριό, σταμάτησε έξω από την ταβέρνα-ψησταριά του Γιάννη Ζαπαντιώτη και ρώτησε τον μπάρμπα Στάθη Σκαφίδα για το σπίτι του Τάσου Μεσογίτη. Οι δυο χωριανοί φώναξαν από παρακείμενο καφενείο όπου κάθονταν, τον Γιάννη Μεσογίτη, ο οποίος πλησίασε τον άγνωστο άνδρα και τον ρώτησε τι ήθελε. Αφού μίλησαν για λίγα λεπτά πήγε στο σπίτι για να ειδοποιήσει τον πατέρα του ότι τον ψάχνει ένας άγνωστος άνδρας. Ο μπάρμπα Τάσος κίνησε για το μαγαζί και βλέπει τον ξένο να σηκώνεται και να έρχεται προς το μέρος του. Κοντοστάθηκαν στα 5-6 μέτρα και για λίγα δευτερόλεπτα κοίταζαν ο ένας τον άλλον. Ο χρόνος έμοιαζε με αιωνιότητα. – Πέτρο – Τάσο Συγκίνηση και δάκρυα χαράς. Φιλοξενήθηκε για μια εβδομάδα στα Καλύβια και οι δυο παλιοί φίλοι είχαν την ευκαιρία να θυμηθούν παλιές ιστορίες και περιστατικά από το παρελθόν και την περίοδο της κατοχής. Λίγες μέρες αργότερα ο Αρτούρο (Πέτρος) εκπλήρωσε το τάμα του στον Αη Γιώργη, προσφέροντας μια κασετίνα που είχε ανάγλυφο σχέδιο σε σχήμα μεγάλης καρδιάς και στο μέσον έναν μικρό σταυρό, κατασκευασμένα από ασήμι και χρυσό και στο κάτω μέρος το όνομα του δωρητή. Για λόγους προστασίας, το πολύτιμο δώρο παρεδόθη τελικά στην εκκλησιαστική επιτροπή και στον εφημέριο του χωριού παπά Χρήστο Μυζήθρα, ο οποίος το τοποθέτησε στον χώρο του ιερού του Αγίου Νικολάου. Κατά τη διαμονή του στο χωριό, ο Αρτούρο Πιερτραρέλι ξεναγήθηκε στο Αγρίνιο, στο Μεσολόγγι, στην Πάτρα. Μάλιστα στο Αγρίνιο, στο ύψος που ήταν ο κινηματογράφος REX, στην οδό Παπαστράτου, βρήκε το παλιό διώροφο, όπου είχε αναμνήσεις από την εποχή της κατοχής. Στην αχαϊκή πρωτεύουσα, ο Αρτούρο έψαχνε για ένα σπίτι όπου φιλοξενήθηκε για λίγες μέρες πριν αναχωρήσει για την Ιταλία στα μέσα του 1945. Τελικά εντόπισε το παλιό σπίτι, όπου βρήκε μια ηλικιωμένη που τον θυμήθηκε και με την οποία μίλησε για λίγη ώρα με πολλή συγκίνηση. Ο Πέτρος αγαπούσε πάρα πολύ τον μπάρμπα Τάσο και τον θεωρούσε σωτήρα του. Τον ευγνωμονούσε σε όλη του ζωή για το καλό που του έκανε. Του είχε πεί πολλές φορές να πάει στη Ρώμη και να τον φιλοξενήσει. Ο Πέτρος ξαναήρθε δύο ακόμη φορές τη δεκαετία του ΄80 στην Ελλάδα και επισκέφθηκε την οικογένεια Μεσογίτη στα Καλύβια. Μέχρι το τέλος της ζωής του επικοινωνούσε με την οικογένεια του Τάσου Μεσογίτη, μάθαινε τα νέα τους και πάντα ευχαριστούσε τον άνθρωπο που τον έσωσε από βέβαιο θάνατο εκείνα τα δύσκολα χρόνια. Η ιστορία δυο ανθρώπων που μπορεί να ανήκαν στις αντίπαλες μαχόμενες πλευρές κατά την ελληνοϊταλική σύρραξη, απέδειξαν όμως ότι ο άνθρωπος μπορεί να είναι πιο δυνατός από τα μίση των πολέμων. Φωτό: Ο Αρτούρο Πιερτραρέλι και ο Γιάννης Μεσογίτης μπροστά από την οικία Σκαλτσά, στο Αγρίνιο
