Πώς οι θαλάσσιοι καύσωνες απειλούν την αλιεία στην Ευρώπη – Εξαφανίζονται είδη, κατακλύζονται με νέα οι θάλασσες

How Europe's intensifying marine heatwaves threaten its fisheries

Η ακραία ζέστη που έπληξε την Ευρώπη αυτό το καλοκαίρι δεν σταμάτησε στις ακτές. Οι ευρωπαϊκές θάλασσες κατέγραψαν τους θερμότερους καλοκαιρινούς μήνες από την έναρξη των αξιόπιστων δορυφορικών μετρήσεων, το 1982, σύμφωνα με ανάλυση του Reuters στις θερμοκρασίες της επιφάνειας των θαλασσών.

Οι επιστήμονες προειδοποιούν ότι οι θαλάσσιοι καύσωνες γίνονται συχνότεροι, εντονότεροι και εκτενέστεροι καθώς οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου αυξάνουν τη θερμοκρασία της ατμόσφαιρας. Οι ωκεανοί απορροφούν το μεγαλύτερο μέρος της επιπλέον θερμότητας του πλανήτη και τη διατηρούν για περισσότερο χρόνο από την ξηρά και την ατμόσφαιρα.

Η αλλαγή αυτή μεταμορφώνει τα θαλάσσια οικοσυστήματα, με σοβαρές συνέπειες για ορισμένες ευρωπαϊκές αλιευτικές δραστηριότητες και για τους ανθρώπους που εξαρτώνται από αυτές.

Είδη που επί γενιές αποτελούσαν βασικό στοιχείο για παράκτιες κοινότητες στην Ισπανία και τη νότια Αγγλία μειώνονται ή εξαφανίζονται, ενώ άλλα, που μέχρι πρότινος συναντώνταν σε θερμότερα νερά, εμφανίζονται πλέον σε περιοχές όπου οι συνθήκες έχουν γίνει ευνοϊκότερες.

Η εξάπλωση των ξενικών ειδών, γνωστών ως λεσεψιανών μεταναστών, αποτελεί μία από τις πιο ορατές και ανησυχητικές επιπτώσεις της ανόδου της θερμοκρασίας των ελληνικών θαλασσών. Σύμφωνα με επιστημονικά στοιχεία, στη Μεσόγειο εντοπίζονται πλέον περίπου 1.000 ξενικά είδη, με περισσότερα από 214 έως 240 εξ αυτών να έχουν ήδη καταγραφεί στις ελληνικές θάλασσες. Η παρουσία τους χωρίζεται σε δύο βασικές κατηγορίες, οι οποίες επηρεάζουν διαφορετικά το οικοσύστημα και την οικονομία

Θερμοκρασίες-ρεκόρ στις ευρωπαϊκές θάλασσες

Μεταξύ Ιουνίου και Αυγούστου, η μέση θερμοκρασία των ευρωπαϊκών θαλασσών έφτασε τους 21,6 βαθμούς Κελσίου, την υψηλότερη τιμή στα 45 χρόνια διαθέσιμων δεδομένων.

Μία από τις περιοχές όπου η απόκλιση από τα φυσιολογικά επίπεδα ήταν μεγαλύτερη ήταν ο Βισκαϊκός Κόλπος, στις ακτές της Γαλλίας και της Ισπανίας στον Ατλαντικό.

Ο κόλπος εκτείνεται από το Κάμπο Ορτεγκάλ στη Γαλικία έως την Πουάν ντε Πενμάρκ στη νότια Βρετάνη. Κατά τους θερινούς μήνες η μέση θερμοκρασία των υδάτων έφτασε τους 21,4 βαθμούς Κελσίου, δηλαδή ήταν πάνω από 2,4 βαθμούς υψηλότερη από τον μέσο όρο της περιόδου 1991-2020.

Στις 13 Αυγούστου η θερμοκρασία έφτασε τους 23,2 βαθμούς Κελσίου, την υψηλότερη τιμή που έχει καταγραφεί στη δορυφορική εποχή, σύμφωνα με στοιχεία της αμερικανικής Εθνικής Υπηρεσίας Ωκεανών και Ατμόσφαιρας (NOAA).

Οι επιστήμονες χαρακτηρίζουν ως θαλάσσιο καύσωνα μια περίοδο τουλάχιστον πέντε ημερών κατά την οποία η θερμοκρασία του νερού βρίσκεται σημαντικά πάνω από τα ιστορικά φυσιολογικά επίπεδα μιας περιοχής.

Στη δεκαετία του 1980, ο Βισκαϊκός Κόλπος κατέγραφε μόλις λίγες ημέρες θαλάσσιου καύσωνα κάθε χρόνο. Μέχρι το τέλος Αυγούστου, όμως, ο αριθμός των ημερών θαλάσσιου καύσωνα είχε φτάσει φέτος τις 185, δηλαδή περισσότερες από τρεις στις τέσσερις ημέρες του έτους μέχρι εκείνη τη στιγμή.

Εξαφανίζονται τα δάση φυκιών και απειλούνται αλιεύματα

Ο καθηγητής θαλάσσιας οικολογίας στο Πανεπιστήμιο του Οβιέδο, Χοσέ Μανουέλ Ρίκο Όρδας, περνά τα καλοκαίρια του στον Βισκαϊκό Κόλπο από παιδί και σήμερα μελετά τις αλλαγές που συντελούνται στην περιοχή.

Όπως εξηγεί, παλαιότερα υπήρχαν εκτεταμένα υποθαλάσσια δάση φυκιών, τα οποία προσφέρουν τροφή, καταφύγιο και χώρους αναπαραγωγής για δεκάδες είδη που στηρίζουν τη μικρής κλίμακας αλιεία της περιοχής.

Με βάση δειγματοληψίες στις ακτές της Αστούριας από το 2010, εκτιμά ότι περίπου το 95% των μεγάλων καφέ φυκιών έχει εξαφανιστεί, αποδίδοντας την υποχώρηση κυρίως στην κλιματική αλλαγή.

Αλιείς συνεργάζονται πλέον με επιστήμονες και περιβαλλοντικές οργανώσεις σε προσπάθειες αποκατάστασης των δασών φυκιών, φυτεύοντας νεαρά φυτά που έχουν καλλιεργηθεί σε εργαστήρια.

Σε μία από αυτές τις δράσεις, μέλη ενός προγράμματος μεταφέρθηκαν με σκάφος από το λιμάνι της Ριμπέιρα στη Γαλικία και έριξαν στη θάλασσα μικρές πέτρες πάνω στις οποίες είχαν αναπτυχθεί φύκια.

Ο πρόεδρος μιας τοπικής συντεχνίας αλιέων στη Γαλικία, Μανουέλ Άνχελ Ρεϊρίθ Γκονθάλεθ, δήλωσε ότι η κλιματική αλλαγή απειλεί έναν τρόπο ζωής που έχει διατηρήσει την κοινότητά του για γενιές.

Η οικογένειά του ασχολείται εδώ και περισσότερο από έναν αιώνα με την αλιεία αχινού και τη συλλογή οστράκων. Ωστόσο, όπως λέει, οι επαναλαμβανόμενοι θαλάσσιοι καύσωνες πλήττουν πλέον τα αποθέματα οστρακοειδών.

Την ίδια ώρα, η περιοχή καταγράφει την εμφάνιση ειδών που προέρχονται από θερμότερα νερά, όπως η πορτογαλική καραβέλα και ψάρια-σκαντζόχοιροι, τα οποία μπορούν να τρέφονται με τοπικά ψάρια και καρκινοειδή.

Η εξαφάνιση των φυκιών θα μπορούσε να οδηγήσει σε περαιτέρω μείωση των αχινών και άλλων ειδών από τα οποία εξαρτώνται οι αλιείς.

Τι συμβαίνει στην Ελλάδα

Η κλιματική κρίση επανακαθορίζει και τον χάρτη της ελληνικής αλιείας. Σύμφωνα με εκτενή ρεπορτάζ του ERTNews, η θέρμανση των υδάτων προκαλεί αλυσιδωτές αντιδράσεις, ξεκινώντας από την επιθετική εισβολή ξενικών ειδών, όπως ο τοξικός λαγοκέφαλος, ο οποίος έχει κατακλύσει περιοχές όπως η Κρήτη. Πρόκειται για ένα εξαιρετικά επιθετικό και σαρκοφάγο ψάρι που καταστρέφει τα δίχτυα των ψαράδων, καταβροχθίζει τα εμπορεύσιμα ντόπια αλιεύματα και μειώνει τους πληθυσμούς των φυτοφάγων ψαριών, προκαλώντας έτσι έμμεσα την υπερανάπτυξη των φυκιών. Λόγω της επιθετικότητάς τους, είδη όπως η μαρίδα και η γόπα παρουσιάζουν δραματική μείωση σε αρκετές περιοχές.

Επιστημονικές έρευνες αναδεικνύουν περιοχές όπως ο Θερμαϊκός Κόλπος ως «καυτά σημεία» (hotspots) του φαινομένου των θαλάσσιων καυσώνων, το οποίο συνδέεται με τη μαζική θνησιμότητα οργανισμών (όπως τα μύδια και τα οστρακοειδή) και τη σημαντική αύξηση της αλατότητας των υδάτων. Αυτές οι μεταβολές αναγκάζουν τα παραδοσιακά ψάρια να μεταναστεύσουν σε βαθύτερα και ψυχρότερα νερά, μακριά από τις ακτές.

Αυτή η οικολογική πίεση μεταφράζεται άμεσα σε οικονομικό αδιέξοδο για την ελληνική παράκτια αλιεία, η οποία αποτελεί το 94% ενός στόλου που αριθμεί περίπου 11.457 σκάφη. Με τα ιχθυαποθέματα της Μεσογείου να δοκιμάζονται σκληρά από τον συνδυασμό ζέστης και υπεραλίευσης, οι αλιείς αναγκάζονται να διανύουν μεγαλύτερες αποστάσεις και να ξοδεύουν περισσότερες ώρες στη θάλασσα. Αυτό αυξάνει κατακόρυφα το κόστος των καυσίμων και τα λειτουργικά τους έξοδα, οδηγώντας τελικά σε άνοδο των τιμών των ψαριών στην αγορά για τον τελικό καταναλωτή.

«Έκρηξη» της παρουσίας χταποδιών στη νότια Αγγλία

Στη νότια ακτή της Αγγλίας, η αλλαγή των θερμοκρασιών έχει οδηγήσει σε μια εντυπωσιακή αύξηση των αλιευμάτων κοινού χταποδιού.

Περίπου 2.600 τόνοι χταποδιών αλιεύτηκαν πέρυσι, ενώ περισσότεροι από 3.000 τόνοι έχουν αλιευτεί ήδη φέτος, σύμφωνα με στοιχεία της βρετανικής Marine Management Organisation.

Πριν από το 2025, τα ετήσια αλιεύματα του συγκεκριμένου είδους ήταν μικρότερα από 30 τόνους.

Τα χταπόδια στο παρελθόν δεν κατάφερναν να επιβιώσουν εύκολα στις πολύ χαμηλές θερμοκρασίες. Από το 2022, όμως, η Μάγχη βρίσκεται κατά μέσο όρο περίπου έξι μήνες κάθε χρόνο σε συνθήκες θαλάσσιου καύσωνα, έχοντας καταγράψει συνολικά περισσότερες από 900 ημέρες τέτοιων συνθηκών, σύμφωνα με την ανάλυση του Reuters.

Για τον Ίαν Περκς, ιδιοκτήτη της ομώνυμης επιχείρησης εμπορίας ψαριών στο παραθαλάσσιο Μπρίξαμ του Ντέβον, η μεγάλη αύξηση των χταποδιών έχει αποδειχθεί οικονομικά επωφελής.

Υπάρχει έτοιμη αγορά στη νότια Ευρώπη για το είδος, το οποίο παλαιότερα ήταν σπάνιο στις βρετανικές θάλασσες, ενώ δεν υπάρχουν ποσοστώσεις αλιείας για αυτό.

«Υπήρχε μία εβδομάδα κατά την οποία είχαμε 200.000 κιλά», ανέφερε, περιγράφοντας την πρωτοφανή αύξηση των αλιευμάτων.

Ωστόσο, η εξέλιξη δεν είναι θετική για όλους τους αλιείς.

Τα χταπόδια τρέφονται με αστακούς, καβούρια και χτένια, με αποτέλεσμα η απότομη αύξησή τους να ασκεί πίεση σε άλλα είδη που αποτελούν σημαντική πηγή εισοδήματος για την αλιευτική βιομηχανία.

Η Marine Biological Association εκτιμά ότι η έξαρση του πληθυσμού των χταποδιών μπορεί να συνδέεται με περίπου 10 εκατομμύρια λίρες απώλειες στα αλιεύματα οστρακοειδών, έναντι περίπου 12 εκατομμυρίων λιρών από τα αλιεύματα χταποδιών μεταξύ Ιανουαρίου και Σεπτεμβρίου 2025.

Η εικόνα αυτή αποτυπώνει τον τρόπο με τον οποίο η άνοδος της θερμοκρασίας των θαλασσών δεν μεταβάλλει μόνο τη θερμοκρασία του νερού, αλλά αναδιαμορφώνει ολόκληρες τις τροφικές αλυσίδες και τα αλιευτικά οικοσυστήματα της Ευρώπης, δημιουργώντας νέες ευκαιρίες για ορισμένα είδη και σοβαρές απειλές για άλλα.

www.ertnews.gr