
Κείμενο Απόστολος Κων. Καρακώστας Σε ένα ειδυλλιακό σκιερό τοπίο, πίσω από τον Παλιό Άγιο Χριστόφορο Αγρινίου, βρίσκονται λίγοι τάφοι-μετρημένοι στα δάκτυλα-επιφανών Λειτουργών της Εκκλησίας. Ένας από αυτούς, ο πιο πρόσφατος, ανήκει στον Μητροπολίτη Αχελώου Ευθύμιο, κατά κόσμο Ευθύμιο Κ. Στύλιο, που γεννήθηκε στο Αγρίνιο την 1η Μαΐου 1929 και εκοιμήθη στις 24 Δεκεμβρίου 2019. Ο Μακαριστός τελευταίος-σε περίοδο 17 αιώνων-Μητροπολίτης Αχελώου Ευθύμιος, υπηρέτησε σε όλες τις βαθμίδες της Ελληνικής Ορθοδόξου εκκλησίας.
Χειροτονήθηκε διάκονος το 1962, μετά από τις ανώτερες σπουδές του στην Θεολογία, Πρεσβύτερος το 1963 και στις 22 Δεκεμβρίου 1968 εξελέγη από την Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος, Τιτουλάριος Επίσκοπος της πάλαι ποτέ «διαλαμψάσης Επισκοπής Αχελώου», και υπηρέτησε ως βοηθός Επίσκοπος της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών. 32 χρόνια αργότερα, το έτος 2000, η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος τον ανύψωσε, τιμής ένεκεν, σε Τιτουλάριο Μητροπολίτη Αχελώου και στις 5 Μαρτίου 2019, με αφορμή τη συμπλήρωση 50 ετών Αρχιερατείας, τον βράβευσε. Υπήρξε ένας ακούραστος πρωτεργάτης της Ορθοδόξου Εξωτερικής Ιεραποστολής στην Αφρική, την Ασία και την Άπω Ανατολή. Πέρα από τα θρησκευτικά του καθήκοντα, συνέγραψε πάνω από εκατό βιβλία στην διάρκεια της 90χρονης ζωής του. Μετά την κοίμησή του, στις 24 Δεκεμβρίου 2019, ενταφιάστηκε στον τόπο που γεννήθηκε, στο Αγρίνιο. Τον διαδέχθηκε στην Επισκοπή Αχελώου, ο εκλεγμένος στις 4 Οκτωβρίου 2024 από την Ιερά Σύνοδο, Πρωτοσύγκελος της Μητρόπολης Πειραιώς, Αρχιμανδρίτης Νήφων Καπογιάννης, ως Τιτουλάριος Επίσκοπος Αχελώου. Την επόμενη ημέρα της εκλογής του, το Σάββατο 5 Οκτωβρίου, έγινε η χειροτόνησή του στον Ιερό Καθεδρικό Ναό Αγίας Τριάδος από τον Μητροπολίτη Πειραιώς κ.κ. Σεραφείμ, στον βαθμό του Επισκόπου.
Στην Πολυαρχιερατική Θεία Λειτουργία προεξήρχε ο Σεβασμιότατος Μητροπολίτης Πειραιώς κ.κ. Σεραφείμ, και συλλειτούργησαν οι Σεβασμιότατοι Μητροπολίτες, Προικοννήσου κ. Ιωσήφ, Νικαίας κ. Αλέξιος, Ύδρας κ. Εφραίμ, Σύρου κ. Δωρόθεος, Χαλκίδος κ. Χρυσόστομος, Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομος, Χίου κ. Μάρκος, Τρίκκης κ. Χρυσόστομος, Γλυφάδας κ. Αντώνιος, Φθιώτιδος κ. Συμεών και Σιατίστης κ. Αθανάσιος.
Ακόμα στο Ιερό Βήμα παρέστησαν συμπροσευχόμενοι οι Σεβασμιότατοι Μητροπολίτες Σάμου κ. Ευσέβιος, Κερκύρας κ. Νεκτάριος, Λευκάδος κ. Θεόφιλος, Γρεβενών κ. Δαυίδ, Κορωνείας κ. Παντελεήμων, Διοσπόλεως κ. Εμμανουήλ (Πατριαρχείο Αλεξανδρείας) και οι Θεοφ. Επίσκοποι, Ευρίπου κ. Χρυσόστομος και Σκοπέλου κ. Νικόδημος.
Ο νέος Επίσκοπος Αχελώου Νήφων, παραβρέθηκε στις εκδηλώσεις που έγιναν στην Ιερή Πόλη του Μεσολογγίου, στους εορτασμούς για την επέτειο των 200 ετών από την Ηρωϊκή Έξοδο. Εκδηλώσεις στις οποίες πρωτοστάτησε-και συνεχίζει να πρωτοστατεί-η Ιερή Μητρόπολη Αιτωλίας και Ακαρνανίας, που χαρακτηρίζονται από ανεπανάληπτες και αλησμόνητες ιστορικές και θρησκευτικές στιγμές. Όπως η υποδοχή στην Ιερή Πόλη του Μεσολογγίου της Θαυματουργού Εικόνας της Υπεραγίας Θεοτόκου «Άξιον Εστί» εκ του Αγιωνύμου Όρους το απόγευμα της Πέμπτης στις 30 Απριλίου 2026. Ακόμα παραβρέθηκε ο Επίσκοπος Αχελώου κ. Νήφων στο Αγρίνιο, στις εκδηλώσεις για τον εορτασμό του Πολιούχου της πόλης Άγιο Χριστόφορο στις 9 Μαΐου.
Όπου στην ακολουθία του Όρθρου και στην πολυαρχιερατική Θεία Λειτουργία, που τελέσθηκαν στον νέο Ιερό Ναό του Αγίου Χριστοφόρου, το Σάββατο 9 Μαΐου 2026 προεξήρχε ο Σεβασμιότατος Μητροπολίτης Πατρών κ. Χρυσόστομος και συλλειτούργησαν ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Αχελώου κ. Νήφων και ο Σεβασμιότατος Ποιμενάρχης μας, Μητροπολίτης Αιτωλίας και Ακαρνανίας κ. Δαμασκηνός.
Πριν αναχωρήσει από το Αγρίνιο ο Επίσκοπος Αχελώου, επιστρέφοντας στα καθήκοντά του στην Μητρόπολη του Πειραιά, μαζί με τον Πρωτοπρεσβύτερο πατέρα Ιωάννη Γκιάφη, Πολιτικό Επιστήμων Θεολόγο και Προϊστάμενο του Ι.Ν. Αγίου Χριστοφόρου, τον Πρεσβύτερο πατέρα Νεκτάριο Καμζέλα, εφημέριο του Ιερού Ναού της Αγίας Κυριακής Καστρακίου, τον Ιεροδιάκονο Ιωάννη και τον Πρωτοψάλτη Σχολικό Σύμβουλο κύριο Κωνσταντίνο Νάκο, ανηφόρησε στον Παλιό Άγιο Χριστόφορο και τέλεσε Επιμνημόσυνο Τρισάγιο, υπέρ αναπαύσεως της ψυχής του προκατόχου του Μακαριστού Ευθυμίου.
Ήταν μια σπουδαία τελετή απόδοσης σεβασμού, μνήμης και τιμής στον Μακαριστό Μητροπολίτη Αχελώου Ευθύμιο. Καθώς ήταν μια συγκινητική, ειλικρινής και «σιωπηρή», μακριά από τα «φώτα» της πόλης και της επικαιρότητας, σεμνή εκδήλωση που ταιριάζει απόλυτα με την συμπεριφορά ενός αιώνα ζωής του Μακαριστού Μητροπολίτη. Ενός Αγίου ποιμενάρχη που έζησε «ανάμεσά μας», αλλά πολύ λίγα γνωρίζουμε γι’ αυτόν… ———————-ο———————- Όπως πολλοί δεν γνωρίζουν την ιστορική ύπαρξη της Επισκοπής Αχελώου και κατ΄επέκταση τον εκάστοτε Τιτουλάριο Επίσκοπο ή Μητροπολίτη. Εν συντομία θα ανατρέξουμε στα βάθη των αιώνων, όταν στην απέραντη περιοχή της Αιτωλοακαρνανίας η διαίρεση των Μητροπόλεων ήταν διαφορετική από ότι σήμερα. Ξεκινάμε με την Γεωγραφία της περιοχής, με πληροφορίες από την Αιτωλοακαρνανική και Ευρυτανική Εγκυκλοπαίδεια. Αχελώος (Αρχαία Γεωγραφία και Ιστορία). «Πόλις της Αιτωλίας, εις τον κάτω ρουν του Αχελώου ποταμού. (Ιστορία). Η πόλις, άγνωστος εις την αρχαίαν αιτωλοακαρνανικήν γεωγραφίαν και αναφερομένη μόνον εις την βυζαντινήν τοιαύτην, φαίνεται ότι κατέστη αξιόλογος κατά τους πρώτους ήδη χριστιανικούς αιώνας. Ως περιοχή του ομωνύμου και ονοματοδότου της ποταμού, αλλά και παραποτάμιος πόλις, το τοπωνύμιον Αχελώος δια πρώτην φοράν αναφέρεται εις την ιστορίαν κατά τον ε’ μ.Χ. αιώνα, ως έδρα επισκόπου, ούσα μια των εννέα επισκοπών της αρχαιοτάτης Μητροπόλεως Ναυπάκτου. Έκτοτε συχνή παρουσιάζεται η μνεία της. Εις την επί Λέοντος του Σοφού (886-911) γενομένην «διατύπωσιν, όπως έχωσι τάξεως οι θρόνοι των εκκλησιών», η επισκοπή Αχελώου κατέχει την τρίτην θέσιν. Κατόπιν ως πόλις αναφέρεται υπό του Ισπανοεβραίου ραββίνου Βενιανίν του εκ Τουδέλλης (1153) και βραδύτερον, τον Οκτώβριον του 1204, κατά την υπό των Φράγκων διανομήν του Βυζαντινού Κράτους μεταξύ των Σταυροφόρων και των συμμάχων των Βενετών, ότε η Βενετική Πολιτεία έλαβεν εν Ηπείρω «την Νικόπολιν μετά της περιοχής της Άρτης» και εν Αιτωλία «τον Αχελώον και το Ανατολικόν» (Μίλλερ-Λάμπρου, Φραγκοκρ. Α’, 1909-1910, σελ. 47). Το 1295 και 1313 η πόλις και η περιοχή Αχελώου αναφέρεται ως κομητεία των Δεσποτών της Ηπείρου. (Παπαρρηγ., Ε’, 1887, σελ. 157-158). Αι καθημεριναί διαμάχαι και οι αιματηροί ανταγωνισμοί του τέλους του ιγ’ αιώνος μεταξύ του αναπηδήσαντος εις την θέσιν της άλλοτε λαμπράς Βυζαντινής Αυτοκρατορίας μωσαϊκού κρατών έσχον τον αντίκτυπόν των και επί του Αχελώου. Η υπό του δεσπότου Νικηφόρου του Α’ (1271-1296) εκχώρησις κατά την 12ην Ιουλίου 1294 τεσσάρων οχυρωτάτων φρουρίων του Δεσποτάτου μετά των εξαρτημάτων των (Ναυπάκτου, Βλοχού, Αγγελοκάστρου και Βονίτσης) εις τον Ανδεγαβόν ηγεμόνα του Τάραντος Φίλιππον, νεώτερον υιόν του βασιλέως της Νεαπόλεως Καρόλου του Β’, γαμβρόν του Νικηφόρου, νυμφευθέντα εν Νεαπόλει τον Σεπτέμβριον του 1294 την δευτερότοκον κόρην του Θάμαρ, προικισθείσαν παρά του πατρός της Νικηφόρου διά των ως άνω τεσσάρων οχυρών, εξώργισε τους ανεψιούς του Νικηφόρου Κωνσταντίνον Άγγελον και έτερον τινά απλώς Άγγελον αποκαλούμενον, υιούς του σεβαστοκράτορος Νέων Πατρών (Υπάτης) Ιωάννου του Α’, οι οποίοι αναλαβόντες εχθροπραξίας την άνοιξιν του 1295 κατά των εν Αιτωλία περιοχών του Δεσποτάτου της Ηπείρου υπέταξαν τον τόπον». Τα επόμενα χρόνια έγιναν πολλές συγκρούσεις στην περιοχή της Δυτικής Ελλάδας, πότε επικρατούσε το Δεσποτάτο της Ηπείρου, πότε οι Ενετοί, πότε πρίγκιπες από την Βλαχία και πότε Αλβανοί. Το τοπίο είναι πολύ «θολό» ιστορικά και δεν μπορεί να αναλυθεί στο παρόν άρθρο. Τελικά στα 1460 η περιοχή καταλήφθηκε από τους Τούρκους και έκτοτε δεν γίνεται μνεία για την πόλη του Αχελώου. Σημαντική περιγραφή της κατάστασης στην Δυτική Ελλάδα καταγράφει στην Διπλωματική εργασία της η κυρία Άννα Δ. Μουρκογιάννη-βλέπετε βιβλιογραφία-η οποία σε μια παράγραφο δίνει την εικόνα της περιοχής γράφοντας: «Την άγρια δολοφονία του Θωμά Αγγελοκομνηνού ακολούθησε η διακυβέρνηση της Ηπείρου από Ιταλούς, Σέρβους και Αλβανούς Δεσπότες οι οποίοι κατείχαν τα φρούρια της Αιτωλίας, στα οποία συγκαταλέγονταν και το κάστρο του Αχελώου. Πρόκειται για ένα χώρο, κατά τον 14ο αιώνα, όπου συγκρούονται συμφέροντα και πολιτικές Ελλήνων, Βενετών, Ανδεγαυών, Σέρβων, Αλβανών, Ούγγρων, Καταλανών, του Πάπα, του πριγκηπάτου της Αχαΐας, του δεσποτάτου του Μορέως και τελικά των Οθωμανών. Κοντά στην πόλη Αχελώος, το 1358, έλαβε χώρα κρίσιμη μάχη. Ο Δεσπότης Νικηφόρος Β΄ Ορσίνι (1335-1346 και 1356-1358), επιτέθηκε με τη βοήθεια Τούρκων πειρατών, μιας και ο ίδιος δεν διέθετε αξιόμαχες δυνάμεις, στους επαναστατημένους Αλβανούς του Κάρολου Τόπια στο νότιο μέρος της Ηπείρου, απέναντι στους οποίους η πολιτική του ήταν ανυποχώρητη. Αλλά εἰς τὴν μάχην τοῦ Ἀχελῴου ἀπώλεσε καὶ τὴν ἐξουσίαν καὶ τὴν ζωήν του στην προσπάθειά του να ανασυστήσει την πατρική αρχή στη δυτική Ελλάδα. Οι μελετητές διαφωνούν ως προς τον τόπο, όπου έγινε η διεξαγωγή της μάχης και δεν είναι σε θέση να πουν με σαφήνεια αν το όνομα Αχελώος, αναφέρεται σε κάποιο οικισμό ή σε κάποια τοποθεσία και που ακριβώς αυτή βρισκόταν. Η μάχη αυτή έμεινε στην ιστορία ως ορόσημο, επειδή με αυτή καταλύθηκε το Δεσποτάτο της Ηπείρου. Αμέσως εισέβαλε ο ηγεμόνας των Σέρβων Συμεών που παραχώρησε την Αιτωλία σε δύο αλβανικούς οίκους: του Κάρολου Τόπια και του Γκίνη (Μπούα) Σπάτα». (Στην ταραχώδη ιστορική περιπέτεια της περιοχής αναφέρεται και ο κύριος Ιωάννης Χρ. Δασουράς στην Μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία του, βλέπετε πιο κάτω στην βιβλιογραφία). Το 1418, η περιοχή γύρω από την πόλη του Αχελώου περιήλθε στον Φραγκικό οίκο των Τόκκων. (Κάρολο Α΄ Τόκκο) Ως ακραίο σύνορο της επικράτειάς του μπορούμε να θεωρήσουμε το «κάστρο», που ερείπιά του διασώζονται στην κορυφή του πρώην λόφου και σημερινού νησιού στην τεχνητή λίμνη των Κρεμαστών Άγιος Νικόλαος, που τότε ήταν φυλάκιο σε στένωμα του ποταμού Αχελώου. Το σημείο αυτό βρίσκεται στον Ορεινό Βάλτο, ανάμεσα στα χωριά Περδικάκι, Παλιό Χαλκιόπουλο και Τρίκλινο. (Διαβάστε σχετικά εδώ: https://www.agrinionews.gr/vrachonisida-agios-nikolaos-stin-techniti-limni-kremaston/) Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα και σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζει η ιστορική και η αρχαιολογική έρευνα της Μεσαιωνικής Δυτικής Στερεάς είναι η ύπαρξη της πόλης Αχελώος, καθώς επίσης ο χώρος και ο χρόνος που άκμασε η πόλη αυτή. Ένα πλήθος ερευνητών ασχολήθηκε με το θέμα, άλλοτε περιστασιακά και άλλοτε συστηματικότερα, διατυπώνοντας συγκλίνουσες ή αποκλίνουσες απόψεις. Με αποτέλεσμα να βρισκόμαστε μπροστά σε ένα μωσαϊκό από υποθέσεις και συμπεράσματα που μάλλον συσκοτίζουν παρά διαφωτίζουν το θέμα. Το ζήτημα παραμένει και σήμερα οξύ μιας και δεν γνωρίζουμε πότε κτίστηκε η πόλη Αχελώος, ούτε ποια αφορμή την κατέστρεψε. Ιστορικές καταγραφές έχουμε σποραδικές ανά τους αιώνες από ξένους περιηγητές. Κανείς τους όμως δεν προσδιορίζει γεωγραφικά την πόλη του Αχελώου που ήταν και η έδρα της Επισκοπής. Επιγραμματικά αναφέρω ότι ο περιηγητής Βενιαμίν το 1153 μιλάει για την πόλη του «Αφίλου» που συμπερασματικά βγαίνει ότι εννοεί την πόλη του Αχελώου. (Από Άρτα για Αιτωλικό πέρασε από την πόλη Άφιλο). Ο Καντακουζηνός ονομάζει τον Αχελώον «πόλην παρά το Αγγελόκαστρο». Οι περιηγηταί Ζακ Σπον και Τζώρτζ Χουήλλερ (1675-1676) αναφέρουν: «Αχελώος πόλις η οποία έλαβε το όνομά της από τον ποταμόν. Ὁ ἐπίσκοπός της διαμένει στὸ Ἀγγελόκαστρο καὶ ἡ δικαιοδοσία του φτάνει ὡς τὸ Ζαπάντι, τὸ Μεσολόγγι καὶ τὸ Αἰτωλικό». Ο Λέων Έζι (1860) θεωρεί πιθανόν ότι Αχελώος ήτο η Ακαρνανική Κατοχή. Ο Μητροπολίτης Άρτης Σεραφείμ Ξενόπουλος ο Βυζάντιος (1884) «Αχελώος ή Αγγελόκαστρον πάλαι ποτέ πόλις της Αιτωλίας μειμένη πλησίον του ομωνύμου ποταμού ης ερείπια άχρι τούδε σώζονται». Ο Π. Αραβαντινός (1856) φρονεί ότι Αχελώος λεγόταν το Αγγελόκαστρον. Το ίδιο αλλά αόριστα επαναλαμβάνει ο Κ. Σάθας. Ο Π. Φουρίκης (1929) τοποθετεί τον Αχελώον αορίστως μεταξύ Αγγελοκάστρου και Αιτωλικού. Ο Αναστάσιος Ορλάνδος (1961) πιστεύει το ίδιο. Ο Μιχ. Δένδριας (1931) θέλει την πόλιν Αχελώον «μικράν Ακαρνανικήν πόλιν». Ο Α. Ανδρεάδης ταυτίζει το Αχελώον με το Αιτωλικό. Υπάρχουν δυο «νεότερες εκδοχές». Ο Αιτωλός Κ.Σ. Κώνστας (1949 & 1954) υποστήριξε ότι η πόλις Αχελώος «δύναται να τοποθετηθεί εις την θέσιν της κοινότητας Μάστρου-Παραχελωίτιδας, την καλουμένη Επισκοπή». Η δεύτερη «νεότερη» εκδοχή είναι του Γεράσιμου Ηρ. Παπατρέχα που προτείνει την θέση Δυο Εκκλησίες, απέναντι από το χωριό Παλαιομάνικα. Από την σπουδαία εργασία της κυρίας Άννας Μουρκογιάννη πληροφορούμαστε για την Επισκοπή Αχελώου κατά την Τουρκοκρατία: «Στην εποχή της Τουρκοκρατίας, αν και η πόλη Αχελώος είχε καταστραφεί και μάλιστα από άγνωστη αιτία, η επισκοπή εξακολουθούσε να υπάρχει με τον τίτλο της νέας έδρας δηλαδή επίσκοπος Αχελώου – Αγγελοκάστρου αφού μεταφέρθηκε στο Αγγελόκαστρο που στο μεταξύ απέκτησε σημασία ξεχωριστή για τους Τούρκους. Η επισκοπή Αχελώου μνημονεύεται για τελευταία φορά σε πράξη (1708 – 1709) του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Κυπριανού «ορίζουσα ὅπως ὁ μητροπολίτης Ἄρτης ἔχῃ τὸ δικαίωμα τοῦ χειροτονεῖν τοὺς ὑπ΄αὐτῶν ἐπισκόπους Βονδίτσης, Ἀετοῦ, Ἀχελῴου, Ῥωγῶν καὶ Φωτικῆς, ὧν αἱ Ἐπισκοπαὶ ἦσαν τέως ἔρημοι». Ακόμα πληροφορούμαστε-από την εργασία της κυρίας Άννας Μουρκογιάννη-και κάποια ονόματα Επισκόπων του Αχελώου ανά τους αιώνες, που σώζονται από πατριαρχικές πράξεις, γράμματα, σιγίλλια και αρχειακά κείμενα για επισκόπους Αχελώου ή Αχελώου-Αγγελοκάστρου. Τα ελάχιστα γνωστά ονόματα επισκόπων είναι τα εξής :
- Ιωακείμ. Είναι ο πρώτος γνωστός σε μας επίσκοπος κατά το 533. Σε κείμενο αναφέρεται: «….ὁ εὐλαβὴς ἱερεύς, ἔδραμε τὸ πρωὶ μὲ πλῆθος Χριστιανῶν, καὶ εὑρίσκοντες τὴν εἰκόνα γεγραμμένην εἰς τὰ ὄπισθεν Εἰκὼν τῆς Χρυσόβου, ἔκτισαν ναὸν τῆς Χρυσοβίτζης ὀνομαζόμενον ἀρχιερατεύοντος τοῦ θεοφιλεστάτου ἐπισκόπου Ἀχελῴου καὶ Αἰτωλίας κυρίου Ἰωακείμ». Επομένως ο Ιωακείμ έφερε τον τίτλο του «Θεοφιλεστάτου Ἐπισκόπου Ἀχελῴου καὶ Αἰτωλίας».
- Ιωάννης. Γύρω στο 1220
- Ευστάθιος. Ήταν διάδοχος του προηγούμενου. Πέθανε τον Απρίλιο ή το Μάιο του 1224
- Ανώνυμος. Το Νοέμβριο του1370 ήταν Επίσκοπος Αχελώου και εξελέγη «παρὰ τοῦ Ἱερωτάτου Ἰωαννίνων Μητροπολίτης Κορίνθου»
- Ιωάσαφ. Σύμφωνα με τον Β. Μυστακίδη ο Ιωάσαφ το 1587 ήταν Αρχιδιάκονος και αναφέρεται ως Ἀετοῦ καὶ Ἀγγελοκάστρου. Το 1600 έγινε επίσκοπος. Προφανώς η έδρα της επισκοπής Αχελώου μεταφέρθηκε στο Αγγελόκαστρο λόγω αφανισμού της πόλης. Αποτέλεσμα της ερήμωσης ήταν και η μείωσης του πληθυσμού με αποτέλεσμα να συνενωθούν εκκλησιαστικά οι δύο αυτές περιοχές.
- Αντώνιος. Στις 12 Μαΐου 1653 συνυπογράφει διαμαρτυρία προς τον Δόγη της Βενετίας για παράνομη χειροτονία του Κεφαλληνίας και Ζακύνθου Ιερεμία ΠερεστιάνουΜαυρανδρέα.
——————–ο——————- Το παρακάτω βιογραφικό του Μακαριστού Μητροπολίτη Ευθύμιου δημοσιεύτηκε από την Ιερά Μητρόπολη Άρτας (https://www.imartis.gr) Απεβίωσε ο εξ Άρτης έλκων την καταγωγήν Μητροπολίτης Αχελώου Ευθύμιος (Στύλιος) Την Τρίτη 24 Δεκεμβρίου 2019 εκοιμήθη εν Κυρίῳ, σε ηλικία 90 ετών, ο Μητροπολίτης Αχελώου Ευθύμιος. Ο Μακαριστός Μητροπολίτης Αχελώου Ευθύμιος (Στύλιος), ήταν τέκνο, του εκ Βουργαρελίου Άρτης, Hπειρώτη χονδρεμπόρου Κωνσταντίνου Στύλιου. Ο Μητροπολίτης Αχελώου Ευθύμιος, γεννήθηκε το 1929 στο Αγρίνιο. Σπούδασε στην Θεολογική Σχολή Αθηνών, και ανεκηρύχθη διδάκτωρ της, το 1980. Διετέλεσε Γραμματέας του Συνδέσμου Παγκόσμιας Ενώσεως Ορθόδοξης Νεολαίας από το 1955 έως το 1964. Συνέγραψε πλέον των 100 βιβλίων, που αναφέρονται σε θέματα Θεολογίας, Κοσμολογίας, Ανθρωπολογίας, Οικολογίας, Αγωγής της Νεολαίας και Ορθοδόξου Πνευματικότητος. Χειροτονήθηκε Διάκονος το 1962 και Πρεσβύτερος το 1963. Στις 22 Δεκεμβρίου 1968 χειροτονήθηκε Τιτουλάριος Επίσκοπος Αχελώου. Στην Αρχιεπισκοπή Αθηνών εργάσθηκε στους Τομείς της Κοινωνικής Πρόνοιας, της Νεολαίας και της Ποιμαντικής. Διετέλεσε Πρόεδρος της Ειδικής Συνοδικής Επιτροπής για την Οικολογία, Γενικός Γραμματεύς της “Παγκοσμίου Αδελφότητος Ορθοδόξων Νεολαιών” SYNDESMOS. Εξεπροσώπησε την Εκκλησία της Ελλάδος σε Διεθνή και Διορθόδοξα Συνέδρια, ενώ υπήρξε από τους πρωτεργάτες της Ορθοδόξου Εξωτερικής Ιεραποστολής στην εποχή μας, στην Αφρική, την Ασία και την Άπω Ανατολή. Το 2000 η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος τον ανύψωσε, τιμής ένεκεν, σε τιτουλάριο Μητροπολίτη Αχελώου. Είχε διετελέσε επί πολλά έτη Πρόεδρος στην Ειδική Συνοδική Επιτροπή Θείας και Πολιτικής Οικονομίας και Οικολογίας. Τον Μάρτιο του 2019, τον Μητροπολίτη Αχελώου Ευθύμιο εβράβευσε η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος με αφορμή τη συμπλήρωση 50 ετών Αρχιερατείας. Το συγγραφικό έργο του περιλαμβάνει πλείστα βιβλία, στα οποία διαφαίνεται ο συνδυασμός της επιστημοσύνης με την ποιμαντική πράξη. Χαρακτηριστικό των συγγραμμάτων του, αυτοτελών βιβλίων, μονογραφιών, άρθρων και μελετών, είναι η αξιοποίηση της διεθνούς βιβλιογραφίας, λόγω της γλωσσομάθειάς του, προσανατολισμένη στη σύγχρονη πραγματικότητα της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ο Σεβασμιότατος Μητροπολίτης Άρτης κ. Καλλίνικος ετέλεσε Τρισάγιο υπέρ αναπαύσεως της ψυχής του προαπελθόντος Ιεράρχου. Η Εξόδιος Ακολουθία εψάλη το Σάββατο 28 Δεκεμβρίου 2019 στον Μητροπολιτικό Ναό Αθηνών και στην συνέχεια η Ταφή έλαβε χώρα στο Αγρίνιο. ———————ο——————– Ακολουθεί βιογραφικό του Επισκόπου Αχελώου κ. Νήφων (πηγή: (https://www.orthodoxianewsagency.gr/aytokefales_ekklisies/ekklisia_ellados/ta-profil-ton-tessaron-neon-voithon-episkopon/) Βοηθός Επίσκοπος με τον τίτλο της πάλαι ποτέ Επισκοπής Αχελώου εξελέγη ο Αρχιμανδρίτης Νήφων Καπογιάννης. Ο εψηφισμένος Επίσκοπος Αχελώου κ. Νήφων, κατά κόσμον Μαρίνος Καπογιάννης, υιός του Χαραλάμπους και της Αφροδίτης, εγεννήθη εν Αθήναις την 2αν Δεκεμβρίου 1971. Επεράτωσεν τας εγκυκλίους σπουδάς εν Ν. Φαλήρω Πειραιώς και υπηρέτησεν την στρατιωτικήν του θητείαν εις το Πολεμικόν Ναυτικόν. Τυγχάνει Πτυχιούχος της Θεολογικής Σχολής Ε.Κ.Π.Α., κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος Ειδικεύσεως εις την Κατεύθυνση «Χριστιανικής Αγωγής, Ποιμαντικής Θεολογίας και Επικοινωνίας» με βαθμόν άριστα 9,67 και από του έτους 2022 Υποψήφιος Διδάκτωρ «Επικοινωνιακής Θεολογίας» της Θεολογικής Σχολής Ε.Κ.Π.Α.. Εχειροτονήθη Διάκονος την 18ην Ιουλίου 1999 και Πρεσβύτερος την 25ην Ιουνίου 2000, λαβών και το οφφίκιον του Αρχιμανδρίτου, υπό του Μακαριστού Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πειραιώς, κυρού Καλλινίκου. Υπηρέτησεν ως Εφημέριος εις τον Ι. Ναόν Αγ. Βασιλείου Πειραιώς, έχων παραλλήλως, επί δεκαετίαν, την Εφημεριακήν και Πνευματικήν διακονίαν του «Αντικαρκινικού Νοσοκομείου Μεταξά». Διετέλεσεν από του έτους 2004 έως του έτους 2006 Πρόεδρος του Ηγουμενοσυμβουλίου της Ι. Μονής Ζωοδόχου Πηγής Π. Κοκκινιάς. Διωρίσθη Γενικός Αρχιερατικός Επίτροπος της Ι. Μητροπόλεως Πειραιώς την 10ην Ιουλίου 2006, υπό του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πειραιώς κ.κ. Σεραφείμ. Ανέλαβε καθήκοντα Πρωτοσυγκελλεύοντος της Ι. Μητροπόλεως Πειραιώς την 28ην Ιουλίου 2008. Διωρίσθη Διευθυντής του Γραφείου Νεότητος της Ι. Μητροπόλεως Πειραιώς την 21ην Ιουνίου 2010, υπό του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πειραιώς κ.κ. Σεραφείμ. Διωρίσθη Πρωτοσύγκελλος της Ι. Μητροπόλεως Πειραιώς την 12ην Ιανουαρίου 2017, διά της υπ’ αριθμ. 5905-2016/82/12-1-2017 αποφάσεως της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος (ΦΕΚ τ. Γ΄/342/11-4-2017). Εκ της θέσεως αυτής ασκεί καθήκοντα Αντιπροέδρου των Ευαγών Ιδρυμάτων της Ι. Μητροπόλεως Πειραιώς. Εκάρη μεγαλόσχημος μοναχός, υπό του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πειραιώς, κ.κ. Σεραφείμ, την 25ην Σεπτεμβρίου 2024 εις την Ι. Μονήν Ζωοδόχου Πηγής Π. Κοκκινιάς της Ι. Μητροπόλεως Πειραιώς. Υπηρετεί αδιαλείπτως εις την Ιεράν Μητρόπολιν Πειραιώς από του έτους 1999 και από την 15ην Ιουλίου 2008 ως Εφημέριος του Ι.Ν. Αγίου Δημητρίου Ν. Φαλήρου. Εξελέγη την 4ην Οκτωβρίου 2024 Βοηθός Επίσκοπος παρά τω Σεβασμιωτάτω Μητροπολίτη Πειραιώς κ. Σεραφείμ, με τον τίτλο της πάλαι ποτέ διαλαμψάσης Επισκοπής Αχελώου. ——————ο——————- Σημ. 1η Ο Τιτουλάριος Επίσκοπος είναι ο Αρχιερέας που φέρει τον τίτλο μιας πάλαι ποτέ διαλάμψασας επισκοπής (ιστορικής έδρας που δεν υφίσταται πλέον ενεργά με χριστιανικό πληθυσμό), χωρίς όμως να διοικεί τη συγκεκριμένη τοπική Εκκλησία. Οι τιτουλάριοι επίσκοποι δεν έχουν ποίμνιο, έλαβαν το αξίωμα για να υπηρετήσουν σε διοικητικές θέσεις (π.χ. βοηθοί επισκόποι, σχολάζοντες). Διατηρούν τον τίτλο τιμής, ονομάζονται από παλαιές ιστορικές επαρχίες (π.χ. Επίσκοπος Διοκλείας ή Τελμησσού). Σημ. 2η Τιτουλάριος Μητροπολίτης ονομάζεται ο αρχιερέας που φέρει τιμητικά τον τίτλο μιας παλαιάς, ιστορικής ή ανενεργής μητρόπολης, χωρίς όμως να έχει τη διοικητική ευθύνη (ποίμανση) κάποιας ενεργούς εκκλησιαστικής επαρχίας. Είναι Τιμητικός Τίτλος που απονέμεται συνήθως «τιμής ένεκεν» σε βοηθούς επισκόπους ή σε ιεράρχες που κατέχουν διοικητικές θέσεις στα Πατριαρχεία. Είναι χωρίς Επαρχία και οι ιστορικές έδρες που εκπροσωπούν (π.χ. στη Μικρά Ασία) είναι σήμερα «ψιλώ ονόματι», δηλαδή δεν διαθέτουν τοπικό ποίμνιο ή ενορίες, αφού οι χριστιανοί έχουν εκλείψει από τις περιοχές αυτές. Λόγω του υψηλού τους αξιώματος εντός της ιεραρχίας, προσφωνούνται συνήθως ως «Πανιερώτατοι». Σημ. 3η Οι φωτογραφίες που συνοδεύουν το άρθρο είναι από: «Romfea.gr», «Orthodoxia.info», Κωνσταντίνο Νάκο και Απόστολο Κων. Καρακώστα ———————-ο———————– Βιβλιογραφία: Αιτωλοακαρνανική και Ευρυτανική Εγκυκλοπαίδεια. Του Ιωάννη Ν. Κουφού, Εκδόσεις «Αιτωλία» στην Αθήνα το 1964 Βυζαντινή Αιτωλοακαρνανία, Αθανάσιος Παλιούρας, B’ έκδοση, Εκδότης «Ίφιτος», Αγρίνιο 2004 Ιεροί Ναοί, Δήμος Ιεράς Πόλεως Μεσολογγίου. Έκδοση Δήμου Μεσολογγίου, 2026. Ενοριακοί Ιεροί Ναοί και Εξωκκλήσια Ιεράς Μητροπόλεως Αιτωλίας και Ακαρνανίας, Νικόλαος Σπ. Βούλγαρης, Άλφα Εκδοτική (Κώστας Καρκανιάς), Αθήνα 2004 Διπλωματική Εργασία Άννας Δ. Μουρκογιάννη, «Επισκοπές Αετού και Αχελώου-Συμβολή στην Εκκλησιαστική Ιστορία και γεωγραφία της Δυτικής Στερεάς». (Σύμβουλος: Ιωάννης Θ. Μπάκας Επίκουρος καθηγητής), θεσσαλονίκη 2017 Μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία Ιωάννης Χρ. Δασουράς, «Ο ζωγράφος Ξένος Διγενής: ο βίος και το έργο του», Επόπτης καθηγητής: Πάλλης Γεώργιος, Επίκ. καθηγητής βυζαντινής και μεταβυζαντινής αρχαιολογίας και τέχνης Φιλοσοφικής Σχολής ΕΚΠΑ, Αθήνα 2022. Wikipedia–διάφορες πληροφορίες/διασταύρωση. Φωτογραφίες από: «Romfea.gr», «Orthodoxia.info» A.K.K.
