
Γράφει ο Κωνσταντίνος Σακαρέλος Την άνοιξη του 1821 στο Αγρίνιο, που τότε λεγόταν Βραχώρι και ήταν ισχυρή πόλη της Ρούμελης, έδρευαν μεγάλες στρατιωτικές δυνάμεις των κατακτητών, με διοικητή τον Τουρκαλβανό Νούρκα Σερβάνη. Η πρώτη επίθεση των Ελλήνων για την απελευθέρωση της πόλης έγινε στις 28 Μαΐου του 1821, ημέρα ραμαζανιού για τους μουσουλμάνους. Οι επιθέσεις τους επαναλήφθηκαν και τις επόμενες μέρες, με μεγαλύτερη, μάλιστα, ένταση, με αποτέλεσμα οι Οθωμανοί να περιέλθουν σε δεινή θέση. Εξαιτίας της πολιορκίας, τα τρόφιμα και τα πολεμοφόδιά τους λιγόστεψαν ανησυχητικά, ενώ πολλές αποθήκες τροφίμων και πολεμοφοδίων περιήλθαν στα χέρια των Επαναστατών. Η διαμορφωθείσα κατάσταση όξυνε τις αντιθέσεις και τις διχόνοιες ανάμεσα στους Τούρκους και τους Αλβανούς. Στις 11 Ιουνίου του 1821, μετά από πολιορκία 14 ημερών, οι ελληνικές επαναστατικές δυνάμεις, καθοδηγούμενες από τους οπλαρχηγούς Δημήτριο Μακρή, Θοδωράκη Γρίβα, Αλεξάκη Βλαχόπουλο, Γιώργο Τσόγκα, Νικόλαο Κάκαρη και Κώστα Σιαδήμα, κατατρόπωσαν την ισχυρή οθωμανική φρουρά και απελευθέρωσαν το Βραχώρι. Μπροστά στη διαμορφωθείσα κατάσταση, ο Νούρκα Σερβάνη, συμφώνησε κρυφά με τους Έλληνες να επιτραπεί στους Τουρκαλβανούς να φύγουν, παίρνοντας μαζί τους όσα από τα ατομικά τους είδη μπορούσαν να μεταφέρουν. Στο μεταξύ, οι Τουρκαλβανοί, πριν τη φυγή τους από το Βραχώρι, φρόντισαν και άρπαξαν από τους Τούρκους και τους Εβραίους της πόλης ό, τι πολυτιμότερο είχαν εκείνοι, που μπορούσε, όμως, να μεταφερθεί. Κυρίως χρήματα, αλλά και κοσμήματα μεγάλης αξίας. Φορτωμένοι, έφυγαν νύχτα, με κατεύθυνση το Καρπενήσι. Οι φυγάδες κατακτητές, 360 περίπου, με αρχηγό τον Νούρκα Σερβάνη ή Σέρβανη, φεύγοντας από το Αγρίνιο, κινήθηκαν βορειοανατολικά, με τελικό προορισμό την Υπάτη (τότε Πατρατζίκι), όπου έδρευαν ισχυρότατες μουσουλμανικές δυνάμεις. Αρκετοί μελετητές υποστηρίζουν πως οι Έλληνες οπλαρχηγοί, πληροφορημένοι από τους Τούρκους μπέηδες για τη φυγή των Τουρκαλβανών, ειδοποίησαν έγκαιρα τον Κώστα Γιολδάση και τ’ αδέρφια του, για το δρομολόγιο που θα ακολουθούσαν, καθώς και για τον τελικό προορισμό τους. Οι Γιολδασαίοι, στις 12 Ιουνίου του 1821, τους έστησαν ενέδρα σ’ ένα διασελάκι ανάμεσα στον Τέρνο και την Τσεκλείστα Ευρυτανίας, σημείο από το οποίο εκείνοι θα περνούσαν υποχρεωτικά, κινούμενοι προς την Υπάτη. Στο μικρό εκείνο διάσελο έγινε η πρώτη μάχη των Ευρυτάνων επαναστατών εναντίον των κατακτητών στη νότια Ευρυτανία και ήταν νικηφόρα. Κατά τον ιστορικό Δημήτριο Κόκκινο, στη μάχη συμμετείχε και ο Κώστας (Σερέτης) Γιολδάσης. Οι Γιολδασαίοι, με σαράντα, περίπου, παλικάρια, τούς χτύπησαν και τους αποδεκάτισαν. Μάλιστα, έπιασαν αιχμάλωτο και τον ίδιο τον Νούρκα Σερβάνη. Όσους γλίτωσαν, τους πήραν αιχμαλώτους, ενώ από τα πεδίο της μάχης μάζεψαν και πολλά λάφυρα. Τον Νούρκα, αργότερα, τον αντάλλαξαν με αιχμάλωτα μέλη της οικογένειάς τους ή με συγγενείς τους, όπως από άλλους ιστορικούς αναφέρεται. Μερικοί υποστηρίζουν πως ανταλλάχτηκε με μέλη της οικογένειας του Δυοβουνιώτη, με τον οποίο είχαν προεπαναστατικά συγγενέψει και πιο συγκεκριμένα με τον γιο του, που τον κρατούσαν αιχμάλωτο οι Τούρκοι, εμποδίζοντάς τον με αυτόν τον τρόπο να «σηκωθεί». Για την εν λόγω μάχη, γράφει ο Γιάννης Γρηγορόπουλος στο βιβλίο του, με τίτλο: «Σκοπιά – Τσεκλείστα Ευρυτανίας»: «Στις 28 Μαΐου οι οπλαρχηγοί της Δυτικής Στερεάς Βλαχόπουλος, Μακρής, Σιαδήμας και Γρίβας, πολιορκούν το Βραχώρι, έδρα πολλών πλούσιων Τούρκων και Εβραίων. Στην πόλη κλεισμένος και ο Αλβανός δερβέναγας Νούρκας Σέρβανης, με χίλιους συμπατριώτες του, επίλεκτους μαχητές. Στις διαπραγματεύσεις που ακολουθούν για την παράδοση της πόλης στους Έλληνες υπάρχουν πολλές διαφορές και ο παμπόνηρος Νούρκας έρχεται σε μυστική συμφωνία να φύγει με τους άντρες του και τον οπλισμό τους προς την Άρτα. Προηγουμένως υποχρεώνει τους Τούρκους και τους Εβραίους να του παραδώσουν ό,τι χρήματα και χρυσαφικά έχουν με το αιτιολογικό να δελεάσει τους Έλληνες. Τα κράτησε όμως όλα για τον εαυτό του. Η αισχρή και ανίερη αυτή πράξη έγινε γνωστή στους πολιορκητές από Εβραίο που έστειλαν κρυφά οι ομόθρησκοί του. Ο Νούρκας Σέρβανης προσποιήθηκε ότι θα μοιράσει και πάλι τους θησαυρούς στους δικαιούχους και θα αναχωρούσε την επόμενη ημέρα, σύμφωνα με τα προσυμφωνηθέντα. Νύχτα, εφαρμόζοντας για άλλη μια φορά την αρβανίτικη πονηριά, φεύγει από το Βραχώρι χωρίς να γίνει αντιληπτός, συναποκομίζοντας ό,τι πήρε από τους Τούρκους και πλούσιους Εβραίους. Φοβούμενος ότι οι Έλληνες θα του είχαν στήσει καρτέρι στο Μακρυνόρος, φεύγοντας και βγαίνοντας από το Αγρίνιο για λίγο κατευθύνεται προς Άρτα. Αλλάζει όμως δρόμο και προσπαθεί, όσο το δυνατόν πιο γρήγορα να φτάσει στην Υπάτη (“Πατρατζίκι”), έδρα ισχυρής δύναμης Τουρκαλβανών. Ακολουθεί τη διαδρομή Βραχώρι – Απόκουρο – Κόνισκα – Άννινος – Πλατάνι – Καλό Ίσιωμα – Σκάλα Τσεκλείστας, για να περάσει στη Δομνίστα και από εκεί ήταν εύκολος ο δρόμος για την Υπάτη. Ειδοποιήθηκαν οι οπλαρχηγοί της περιοχής, κυρίως οι Γιολδασαίοι με αρχηγό το Γιαννάκη Γιολδάση (άλλη εκδοχή), πιάνουν τα περάσματα και περιμένουν τον εχθρό. Προβληματίζονται για την υπεροχή των Αλβανών σε δύναμη ανδρών και οπλισμό. Όταν οι Έλληνες, που παρακολουθούν τις κινήσεις των αντιπάλων, βεβαιώνονται πως θα περάσουν από τη Σκάλα Τσεκλείστας, ανασύρουν το πολυμήχανο του Οδυσσέα, που κουβαλούν μέσα τους, καταστρώνουν ένα απλό αλλά αποτελεσματικό σχέδιο εξόντωσης των αντιπάλων. Ο δρόμος που περνά τη Σκάλα κάτω από την κορυφογραμμή, διασχίζει τη δυτική πλευρά του βουνού, όπου το έδαφος έχει κλίση γύρω στο 90%. Ήταν ο μοναδικός δρόμος διέλευσης και αυτόν τον χρησιμοποιούσαν τα γύρω χωριά. Πριν φθάσει ο Νούρκας, οι Έλληνες έπιασαν την κορυφογραμμή της Τσούκας και έστησαν μικρούς σωρούς από πέτρες, τόσο άφθονες στη θέση εκείνη. Άφησαν τους εχθρούς να μπουν στο μονοπάτι και όταν οι πρώτοι πλησίαζαν να βγουν και οι τελευταίοι έμπαιναν, δόθηκε το σύνθημα από τον Γιαννάκη Γιολδάση. Οι Έλληνες άρχισαν να γκρεμίζουν πέτρες, τις κυλούσαν και λόγω της μεγάλης κλίσης του εδάφους ανέπτυσσαν ταχύτητα μεγάλη και παρέσυραν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους. Άνθρωποι και φορτωμένα ζώα συμπαρασύρονταν στο γκρεμό. Η ιδιότυπη αυτή μάχη, χωρίς μια τουφεκιά, δεν κράτησε πολύ. Είχε θεαματικά αποτελέσματα. Πιάστηκαν από τους Έλληνες και εκτελέστηκαν πολλοί αλβανοί – αρβανίτες, στη θέση που ακόμη και σήμερα ονομάζεται «Τούρκος». Αιχμάλωτος πιάστηκε και ο Νούρκα Σέρβανης.» (1) Στο γεγονός αναφέρεται και ο Σπυρίδων Τρικούπης στην «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως». Αυτός, μεταξύ των άλλων, γράφει: «Ο Νούρκας ανέβη δρομαίως την επαρχίαν του Καρπενησίου, προτιθέμενος να μεταβή εις Πατρατσίκι, αλλ’ έπεσε και αυτός, έπεσαν και όσα ήρπασεν εις χείρας των αδελφών Γιολδασαίων, οπλαρχηγών του Καρπενησίου, ειδοποιηθέντων εν καιρώ περί της δραπετεύσεώς του και προκαταλαβόντων τας διόδους. Ούτως η θεία δίκη επαίδευσε τον παραβάτην των καθηκόντων του και τον προδότην των ομοθρήσκων του.» Επίσης, για τη μάχη, ο Φιλήμων, στη σελίδα 343 του Γ΄ τόμου, σημειώνει: «και τω όντι ο Νούρκας ταχυπορών, όπως φθάση δια της Καλλιδρόμης εις την Υπάτην, ενέπεσεν υπό το πυρ του Γιολδάση, κατεστράφη, απώλεσεν όσα φέρων, και αιχμάλωτος συνελήφθη.» O Κόκκινος, τόμος 2ος, έκδοση Μέλισσα, 1957, σελ. 317, γράφει: «Οι Τούρκοι πρόκριτοι, φροντίζοντες πλέον περί της ίδιας τύχης, έσπευσαν να ειδοποιήσουν τους Έλληνες αρχηγούς δια την δραπέτευσιν, και αμέσως εστάλη προς καταδίωξιν των Αλβανών ο Κωνστ. Βλαχόπουλος. Ο Νούρκας προχώρησε ταχύτατα χωρίς ανάπαυσιν προς την επαρχίαν του Καρπενησίου σκοπεύων εκείθεν να μεταβή εις το Πατρατζίκι, κατεχόμενον τότε από δύναμιν στρατού του Κιοσσέ Μεχμέτ πασά. Αλλ’ έφιπποι Έλληνες αγγελιοφόροι έσπευσαν εγκαίρως και ειδοποίησαν τους οπλαρχηγούς του Καρπενησίου αδελφούς Γιολδασαίους – των οποίων την γενικήν αρχηγίαν είχεν ο Κώστας Γιολδάσης, ο επιλεγόμενος Σερέτης, υπερέχων των άλλων και δια τα φυσικά του πλεονεκτήματα και δια την πολεμική του πείραν – και οι οποίοι έτρεξαν και εκτύπησαν τους προσπαθούντας να διαφύγουν προδότας και ληστάς του Βραχωρίου. Οι Αλβανοί αντεστάθησαν, αλλά αυτό δεν τους ωφέλησε. Έπεσαν άλλοι νεκροί υπό τα πυρά των Ευρυτάνων και άλλοι συνελήφθησαν αιχμάλωτοι. Μεταξύ των τελευταίων ήτο και ο Νούρκας. Οι ληστευθέντες θησαυροί των κατοίκων του Βραχωρίου περιήλθον εις τους νικητάς. Επίσης ο Γιολδάσης αντήλλαξε τον αιχμάλωτόν του Νούρκαν Σέρβανην με έναν συγγενή (γιο του Δυοβουνιώτη) του κρατούμενον από τους Τούρκους.» Στη μάχη στη Σκάλα του Τέρνου, μεταξύ των Ελλήνων αγωνιστών, πολέμησαν και 55 Κρικελλιώτες. Τούτο προκύπτει από τις αιτήσεις των ίδιων και τα Πιστοποιητικά που βρίσκονται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, καθώς και από τις έρευνες των ιστορικών ερευνητών Κώστα Ζήση, Αλεξάνδρου Χουλιάρα, Δημητρίου Μαριόλη και Αθανασίου Γιαννακόπουλου. Ακολουθεί Ονομαστική τους Κατάσταση:
- Αναγνώστου Δημήτριος
- Ασημάκης Δημήτριος
- Γιαννής Ιωάννης
- Δημητρόπουλος Γιάννης ή Γιαννάκης
- Δρόσος Γεώργιος
- Καζαντζής Δημήτριος
- Κακαβάς Αναγνώστης
- Καλτσάς Ιωάννης
- Καλτσάς Τριαντάφυλλος
- Καραγεώργος Βλάχος
- Καραγεώργος Δημήτριος του Βλάχου
- Καρασούρος ή Τσίρος Αθανάσιος
- Καρασούρος Δημήτριος
- Καρασούρος Ιωάννης
- Κατσιώτας Γεώργιος
- Κατσιώτας ή Κατσιωτόπουλος Γεώργιος
- Κρεμμύδας ή Κρομμύδας Νικόλαος
- Κρέτσης Γεώργιος
- Μακρής Γεώργιος
- Μάνθος Γεώργιος
- Μάνθος ή Διχοψωμάς Νικόλαος
- Μαστραπάς Ιωάννης
- Μαστρογιάννης Αθανάσιος
- Μαστρογιάννης Γεώργιος
- Μοσχούτας Δημήτριος
- Μπακάλης ή Πακάλης Γεώργιος
- Μπαλωμένος Γεώργιος
- Μπαλωμένος Ιωάννης του Ανασ.
- Μπιλάλης ή Μπάλης Αναγνώστης
- Μπόβολος Δημήτριος
- Ντούμας Γεώργιος του Νικ.
- Ντούμας Ιωάννης του Νικ.
- Ντούμας Κωνσταντίνος
- Ντούμας Μαργαρίτης
- Παπαγεωργίου Αθανάσιος
- Παπαγεωργίου Δημήτριος
- Παπαδήμας Αντώνιος
- Παπαδημητρόπουλος Αθανάσιος
- Παπαδημητρόπουλος Ιωάννης
- Παπαδήμος ή Ψαριάς Αθανάσιος του Ι.
- Παπατσήρος ή Παπατσίρος Δημήτριος
- Παστρωμάς ή Παστρομάς Αθανάσιος
- Πέτρου Γεώργιος
- Πλούμπης Γεώργιος
- Πρεζαλής ή Φαρασλής Δημήτριος
- Ράπτης Νικόλαος
- Σαρρής Αθανάσιος του Γεωργίου
- Σπάθας Ιωάννης
- Τραής Αθανάσιος
- Τριανταφύλλου Αθανάσιος
- Τριανταφύλλου Γεώργιος
- Τσακανίκας Γεώργιος
- Τσούβαλης Δημήτριος
- Χουλιαράς ή Χουλιάρας Αθανάσιος
- Χουλιαράς ή Χουλιάρας Κωνσταντίνος
Πηγές:
- Γρηγορόπουλος Δ. Γιάννης: «Σκοπιά – Τσεκλείστα Ευρυτανίας», Έκδοση Συλλόγου Φίλων Ανεγέρσεως Ιερού Ναού Αγίου Νικολάου, Αγρίνιο 2009
- Γιαννακόπουλος Αθανάσιος: «Στα αχνάρια των Γιολδασαίων», Θεσσαλονίκη 2012, σελίδες 94, 95, 96
- Ζήσης Ι. Κώστας: «Αγραφιώτες και Καρπενησιώτες αγωνιστές στην επανάσταση του 1821», Ιστορικές εκδόσεις Στεφ. Βασιλόπουλος, Αθήνα 1983
- Κόκκινος Α. Διονύσιος: «Η Ελληνική Επανάστασις», τρίτη έκδοσις, εκδόσεις «Μέλισσα», τόμος 6ος, σελ. 450 – 455
