Όρια, θεσμοί και ευθύνη

Γράφει ο Αριστείδης Πελεκάνος, αρεοπαγίτης ε.τ. Το πρόσφατο περιστατικό κατά το οποίο βουλευτής, ασκώντας ταυτόχρονα και το λειτούργημα του δικηγόρου, απηύθυνε προσβλητικές εκφράσεις προς τον δικαστή της έδρας, προκαλώντας τη διακοπή της συνεδρίασης και ευρεία δημοσιότητα, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως ένα απλό στιγμιαίο επεισόδιο έντασης. Αντίθετα, συνιστά γεγονός με πολλαπλές θεσμικές και ηθικές προεκτάσεις, που επιβάλλουν νηφάλια αλλά σαφή αξιολόγηση. Καταρχάς, η συγκεκριμένη συμπεριφορά πρέπει να χαρακτηριστεί ως σοβαρότατη εκτροπή από τα όρια της επαγγελματικής δεοντολογίας και του κοινοβουλευτικού ήθους. Ο δικηγόρος, ως συλλειτουργός της Δικαιοσύνης, έχει όχι μόνο το δικαίωμα αλλά και το καθήκον να υπερασπίζεται με σθένος τον εντολέα του. Ωστόσο, το δικαίωμα αυτό δεν είναι απεριόριστο. Πρέπει να ασκείται μέσα στα πλαίσια του σεβασμού προς το δικαστήριο και τους λοιπούς παράγοντες της δίκης. Όταν η επιχειρηματολογία υποκαθίσταται από προσβολές, το λειτούργημα εκφυλίζεται και η ένταση μετατρέπεται σε αυθαιρεσία. Η πράξη αυτή δεν αφήνει ανεπηρέαστη την έννοια και το κύρος της δικαιοδοτικής λειτουργίας της Πολιτείας. Η δικαστική αίθουσα αποτελεί χώρο θεσμικής τάξης, όπου η απονομή της Δικαιοσύνης στηρίζεται όχι μόνο στους νόμους, αλλά και στην εμπιστοσύνη των πολιτών προς τη θεσμοθετημένη διαδικασία. Όταν ένας παράγοντας της δίκης επιτίθεται λεκτικά και ανοίκεια στον δικαστή, διασαλεύεται η εικόνα της αμεροληψίας και της σοβαρότητας που πρέπει να αποπνέει αυτή η διαδικασία. Η δημοσιότητα που λαμβάνουν τέτοια περιστατικά εντείνει τον κίνδυνο απαξίωσης του θεσμού στα μάτια της κοινωνίας. Παράλληλα, η συμπεριφορά αυτή υποτιμά την αξιοπρέπεια των λοιπών συμμετεχόντων στη δίκη. Οι δικηγόροι, οι διάδικοι, οι δικαστικοί υπάλληλοι και οι παρευρισκόμενοι πολίτες αποτελούν μέρος μιας συλλογικής δικαιοδοτικής διαδικασίας που διέπεται από κανόνες ευπρέπειας και σεβασμού. Η εκτροπή ενός εκ των βασικών παραγόντων της διαδικασίας διαταράσσει την ισορροπία και δημιουργεί κλίμα έντασης και απαξίωσης. Η δικαστική αίθουσα δεν είναι πεδίο προσωπικών αντιπαραθέσεων, αλλά χώρος θεσμικής λειτουργίας, όπου η συμπεριφορά κάθε συμμετέχοντος αντανακλά στο σύνολο. Επιπλέον, τίθεται ζήτημα ως προς το κύρος της βουλευτικής και της δικηγορικής ιδιότητας. Ο βουλευτής, ως εκπρόσωπος του λαού, φέρει αυξημένη ευθύνη να διαφυλάσσει το επίπεδο του δημόσιου λόγου και να λειτουργεί ως πρότυπο θεσμικής συμπεριφοράς. Ο δικηγόρος, από την άλλη πλευρά, δεσμεύεται από αυστηρούς κανόνες δεοντολογίας που αποσκοπούν στη διασφάλιση της ορθής απονομής της Δικαιοσύνης. Όταν τα δύο αυτά αξιώματα συμπίπτουν στο ίδιο πρόσωπο, η ευθύνη δεν αθροίζεται απλώς, αλλά πολλαπλασιάζεται. Η εκτροπή, συνεπώς, πλήττει διπλά το κύρος των ιδιοτήτων αυτών, καθώς δημιουργεί την εντύπωση ότι οι θεσμικοί ρόλοι μπορούν να χρησιμοποιούνται κατά το δοκούν. Σε τελική ανάλυση, η συμπεριφορά αυτή απομειώνει και την προσωπική αξιοπρέπεια του ίδιου του εκτρεπόμενου. Η δημόσια παρουσία, ιδίως όταν συνοδεύεται από θεσμικούς ρόλους, επιβάλλει αυτοσυγκράτηση και επίγνωση των ορίων. Η απώλεια του μέτρου, ακόμη και υπό συνθήκες έντασης, εκθέτει το πρόσωπο και υπονομεύει την αξιοπιστία του. Η κοινωνία αναμένει από όσους κατέχουν δημόσια αξιώματα ή/και επιστημονικές ιδιότητες να επιδεικνύουν υψηλότερο επίπεδο δημόσιας συμπεριφοράς και όχι χαμηλότερο. Το κρίσιμο ερώτημα που ανακύπτει αφορά την αντιμετώπιση τέτοιων φαινομένων, ώστε να διαφυλάσσονται τα θιγόμενα έννομα αγαθά. Πρωτίστως, το δικαστήριο οφείλει να εφαρμόσει τα προβλεπόμενα από τον νόμο μέτρα για την τήρηση της ακροατηριακής τάξης, διασφαλίζοντας ότι παρόμοιες συμπεριφορές δεν θα γίνονται ανεκτές. Παράλληλα, οι δικηγορικοί σύλλογοι έχουν την αρμοδιότητα και την ευθύνη να εξετάσουν πειθαρχικά το περιστατικό, αξιολογώντας αν υπήρξε παραβίαση των κανόνων δεοντολογίας και επιβάλλοντας τις ανάλογες κυρώσεις. Αντίστοιχα, η Βουλή οφείλει να εξετάσει τη συμπεριφορά του μέλους της υπό το πρίσμα της κοινοβουλευτικής ευθύνης. Η διασφάλιση του κύρους του κοινοβουλευτικού θεσμού επιβάλλει την ύπαρξη σαφών ορίων και συνεπειών, όταν αυτά παραβιάζονται. Η μη αντίδραση ή η υποβάθμιση τέτοιων περιστατικών ενδέχεται να ερμηνευθεί ως ανοχή, γεγονός που υπονομεύει τη θεσμική τάξη. Τέλος, καθοριστικός είναι και ο ρόλος της κοινωνίας και των μέσων ενημέρωσης. Η κριτική πρέπει να είναι τεκμηριωμένη και προσανατολισμένη στην ουσία του ζητήματος, αποφεύγοντας την υπερβολή ή την εργαλειοποίηση του περιστατικού. Η ανάδειξη της σημασίας του σεβασμού προς τους θεσμούς αποτελεί βασική προϋπόθεση για την ενίσχυση της δημοκρατικής συνείδησης. Συνολικά, το περιστατικό αυτό λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι οι θεσμοί δεν προστατεύονται μόνο από τους νόμους, αλλά και από την προσήκουσα συμπεριφορά των προσώπων που τους υπηρετούν. Η ευθύνη για τη διατήρηση του κύρους τους είναι συλλογική, αλλά ξεκινά από την ατομική στάση του καθενός.