
Μια νέα επιστημονική ανακάλυψη δίνει ελπίδες για πιο αποτελεσματικές θεραπείες κατά της οστεοπόρωσης, μιας πάθησης που επηρεάζει εκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως. Η πάθηση εμφανίζεται όταν ο οργανισμός δεν καταφέρνει να αντικαταστήσει τον παλιό οστικό ιστό με νέο, με αποτέλεσμα τα οστά να γίνονται εύθραυστα και αδύναμα, αυξάνοντας τον κίνδυνο καταγμάτων και δυσκολεύοντας την επούλωσή τους. Ωστόσο, νέα μελέτη δείχνει ότι ενδέχεται να υπάρχει τρόπος πρόληψης- και πιθανώς αντιστροφής- της διαδικασίας αυτής.
Μια μελέτη του 2025, με επικεφαλής επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο της Λειψίας στη Γερμανία και το Πανεπιστήμιο Shandong στην Κίνα, εντόπισε τον κυτταρικό υποδοχέα GPR133 (γνωστό και ως ADGRD1) ως καθοριστικό παράγοντα για την οστική πυκνότητα, μέσω των οστεοβλαστών, των κυττάρων που δημιουργούν νέο οστό. Προηγούμενες γενετικές παραλλαγές του γονιδίου GPR133 είχαν ήδη συνδεθεί με την οστική πυκνότητα, οδηγώντας τους ερευνητές να εστιάσουν στην πρωτεΐνη που κωδικοποιεί. Η ερευνητική ομάδα πραγματοποίησε πειράματα σε ποντίκια, στα οποία το γονίδιο είτε είχε αφαιρεθεί είτε μπορούσε να ενεργοποιηθεί με μια χημική ουσία, την AP503.
Όταν ο υποδοχέας GPR133 απουσίαζε, τα ποντίκια ανέπτυξαν αδύναμα οστά, παρουσιάζοντας χαρακτηριστικά που θυμίζουν την οστεοπόρωση στους ανθρώπους. Αντίθετα, όταν ο υποδοχέας ήταν παρών και ενεργοποιήθηκε μέσω της AP503, η παραγωγή οστού και η αντοχή του βελτιώθηκαν σημαντικά.
«Χρησιμοποιώντας την ουσία AP503, η οποία μόλις πρόσφατα ταυτοποιήθηκε μέσω υπολογιστικής ανάλυσης ως διεγέρτης του GPR133, καταφέραμε να αυξήσουμε σημαντικά την αντοχή των οστών τόσο σε υγιή όσο και σε ποντίκια με οστεοπόρωση», δήλωσε η βιοχημικός του Πανεπιστημίου της Λειψίας, Ίνες Λίμπσερ, κατά την παρουσίαση των αποτελεσμάτων της μελέτης.
Διαβάστε επίσης: Πώς η άσκηση προστατεύει τα οστά από την οστεοπόρωση
Στα πειράματα, η AP503 λειτουργεί σαν ένα είδος «βιολογικού διακόπτη» που ενεργοποιεί τους οστεοβλάστες ώστε να ενισχύσουν την παραγωγή οστού. Οι ερευνητές διαπίστωσαν επίσης ότι η δράση της μπορεί να συνδυαστεί με την άσκηση, οδηγώντας σε ακόμη μεγαλύτερη ενίσχυση της οστικής δομής. Η αναγνώριση του υποδοχέα GPR133 ως κρίσιμου παράγοντα για τη διατήρηση της οστικής πυκνότητας αποτελεί σημαντική εξέλιξη, αν και τα δεδομένα προέρχονται προς το παρόν από πειράματα σε ζώα. Ωστόσο, οι βιολογικοί μηχανισμοί θεωρούνται σε μεγάλο βαθμό αντίστοιχοι και στον άνθρωπο.
Η μελέτη δημοσιεύθηκε στην επιστημονική επιθεώρηση «Signal Transduction and Targeted Therapy».
Μια άλλη προσέγγιση για την αναγέννηση των οστών
Παράλληλα, οι επιστήμονες εξετάζουν και άλλες προσεγγίσεις ενίσχυσης της οστικής αναγέννησης. Το 2024, επιστήμονες ανέπτυξαν ένα εμφύτευμα βασισμένο στο αίμα του οργανισμού το οποίο ενίσχυσε την αποκατάσταση οστικών βλαβών σε πειραματόζωα. Αυτό το εμφύτευμα, το οποίο η διεθνής ερευνητική ομάδα ονόμασε «βιοσυνεργατικό αναγεννητικό» υλικό, χρησιμοποιεί συνθετικά πεπτίδια για να βελτιώσει τη δομή και τη λειτουργία του φραγμού που σχηματίζεται φυσικά από το αίμα όταν πήζει. Σε δοκιμές σε ποντίκια, το υλικό αυτό- το οποίο μπορεί να εκτυπωθεί τρισδιάστατα- έδειξε σημαντική αποτελεσματικότητα στην αποκατάσταση οστικών βλαβών, με προοπτική μελλοντικής εφαρμογής στον άνθρωπο.
Σε παρόμοια κατεύθυνση, πρόσφατη μελέτη που δημοσιεύθηκε το 2024, ερευνητές του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια στο Σαν Φρανσίσκο εντόπισαν μια ορμόνη, γνωστή ως μητρική εγκεφαλική ορμόνη (MBH), η οποία φάνηκε να αυξάνει την οστική πυκνότητα, τη μάζα και την αντοχή των οστών σε πειράματα με αρσενικά και θηλυκά ποντίκια.
«Τα οστά που εξετάσαμε ήταν πολύ ισχυρότερα από το φυσιολογικό», ανέφερε ο βιολόγος βλαστοκυττάρων και συν-συγγραφέας της μελέτης Τόμας Αμπρόζι.
Παρότι οι περισσότερες από αυτές τις ανακαλύψεις έχουν μέχρι στιγμής δοκιμαστεί μόνο σε ζώα, τα ευρήματα θεωρούνται ιδιαίτερα ελπιδοφόρα για μελλοντικές θεραπείες που θα μπορούσαν όχι μόνο να επιβραδύνουν αλλά και να αναστρέψουν την απώλεια οστικής μάζας. Οι ερευνητές της μελέτης του 2025 εκτιμούν ότι τέτοιες προσεγγίσεις θα μπορούσαν στο μέλλον να ενισχύσουν ακόμη και υγιή οστά, προσφέροντας νέες δυνατότητες σε ασθενείς με οστεοπόρωση, ιδίως σε γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση.
Πηγή: Science Alert
www.ertnews.gr
