
Του Γιώργου Μαρκατάτου Τελευταία διατυπώνονται κριτικές ότι το θέμα της άμυνας της ΕΕ δεν είναι υπόθεση της ΕΕ, αλλά των κρατών μελών της. Στην τελευταία σύνοδο κορυφής 18 και 19 Ιουνίου 2026, μεταξύ άλλων, πολλά κράτη μέλη υποστήριξαν ότι πρέπει να πάρει πρωτοβουλίες ο πρόεδρος του Συμβουλίου και να προκληθούν συζητήσεις με τον Πούτιν, για τον τερματισμό της ρωσοουκρανικής κρίσης. Αντέδρασαν οι Μακρόν και Μερτζ αντίστοιχα πρόεδρος της Γαλλίας και καγκελάριος της Γερμανίας. Το θέμα αυτό προκαλεί ποικίλες αντιδράσεις. Είναι σωστό λοιπόν να διερευνήσουμε τα ακόλουθα ερωτήματα:
- Αν η δημιουργία της ΕΕ με όλες τις μέχρι σήμερα μεταλλάξεις της αντικατέστησε τα πεδία των μαχών με διαπραγματεύσεις.
- Στις διάφορες φάσεις των συνθηκών, μέχρι αυτήν που είναι σε ισχύ, πρέπει να δούμε αν υπάρχουν άρθρα που αναπέμπουν κατευθείαν σε ανάμιξη της ΕΕ σε θέματα άμυνας και μάλιστα στη βάση ισχυρών εξοπλιστικών προγραμμάτων.
- Η επίτευξη μιας ευημερούσας ΕΕ με ισχυρό κοινωνικό αποτύπωμα για θέματα όπως επισιτιστική ασφάλεια, κοινωνική συνοχή, τομεακές προσεγγίσεις με ισχυρές πολιτικές όπως είναι αυτής του τομέας της γεωργίας, του περιβάλλοντος, της βιομηχανίας και της έρευνας και ανάπτυξης, της περιφερειακής πολιτικής και της απασχόλησης, διατρέχουν κίνδυνο συρρίκνωσης λόγω ανάδυσης νέας ανάγκης για την κάλυψη επιθετικότητας από τρίτες χώρες, όπως η Ρωσία στο στρατιωτικό τομέα ή η Κίνα και οι ΗΠΑ στον εμπορικό τομέα;
- Όλα αυτά πώς μπαίνουν στο πάνελ των συζητήσεων και διαπραγματεύσεων για το επερχόμενο πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο 2028 – 2034;
Μια πρώτη και βασική προσέγγιση πρέπει να απαντήσει στον ίδιο τον χαρακτήρα της ΕΕ: είναι η Ένωση κυρίως ένα πολιτικό–οικονομικό εγχείρημα ειρήνης και ευημερίας ή μετατρέπεται σταδιακά και σε δημοσιονομικό–βιομηχανικό μηχανισμό άμυνας; Η απάντηση δεν είναι μονοσήμαντη. Η άμυνα παραμένει θεμελιωδώς υπόθεση των κρατών μελών, αλλά οι Συνθήκες έχουν πλέον ανοίξει σαφές πεδίο ευρωπαϊκής δράσης στην ασφάλεια, την άμυνα, τη βιομηχανία άμυνας και την κοινή προμήθεια εξοπλισμών. Θα δούμε στη συνέχεια αν και ποια είναι αυτά τα άρθρα των Συνθηκών που επέτρεψαν τη στρέβλωση και από την εθνική υπόθεση της άμυνας περάσαμε ξαφνικά στην ευρωπαϊκή της διάσταση.
- Η ΕΕ πράγματι αντικατέστησε τα πεδία μαχών με διαπραγματεύσεις;
Ναι, αυτός είναι ο ιστορικός πυρήνας της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Η Διακήρυξη Σουμάν της 9ης Μαΐου 1950 πρότεινε την κοινή διαχείριση άνθρακα και χάλυβα, δηλαδή των βασικών υλικών της πολεμικής βιομηχανίας της εποχής, ώστε ο πόλεμος μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας να καταστεί όχι μόνο αδιανόητος αλλά και υλικά αδύνατος. Η ίδια η ΕΕ παρουσιάζει τη Διακήρυξη Σουμάν ως την αφετηρία της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα, του πρώτου υπερεθνικού θεσμού που οδήγησε στη σημερινή Ένωση[1]. Αυτό σημαίνει ότι η ΕΕ γεννήθηκε ως μηχανισμός αποπολεμοποίησης των σχέσεων μεταξύ ευρωπαϊκών κρατών. Οι διαφορές θα λύνονταν με θεσμούς, κανόνες, συμβούλια, κοινές αγορές, δικαστήρια και προϋπολογισμό — όχι με στρατούς. Γι’ αυτό και η Ευρωπαϊκή Ένωση τιμήθηκε με το Νόμπελ Ειρήνης το 2012 για τη συμβολή της στην ειρήνη, τη συμφιλίωση, τη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα στην Ευρώπη[2]. Η σημερινή δυσκολία είναι ότι η ΕΕ καλείται να υπερασπιστεί αυτό το ειρηνικό κεκτημένο μέσα σε ένα περιβάλλον όπου η Ρωσία χρησιμοποιεί στρατιωτική ισχύ, ενώ οι ΗΠΑ και η Κίνα ασκούν πίεση κυρίως μέσω εμπορίου, τεχνολογίας, βιομηχανικής πολιτικής και γεωοικονομικής ισχύος. Άρα, το ερώτημα δεν είναι αν η ΕΕ εγκαταλείπει πλήρως την ιδέα της ειρήνης, αλλά αν κινδυνεύει να μετατοπίσει το βάρος της από την ευημερία μέσω συνεργασίας στην ασφάλεια μέσω εξοπλισμών.
- Τι προβλέπουν οι Συνθήκες για άμυνα και εξοπλισμούς;
Η θέση ότι «η άμυνα δεν είναι υπόθεση της ΕΕ αλλά των κρατών μελών» έχει ισχυρή νομική βάση, αλλά δεν είναι πλέον πλήρης. Το άρθρο 4 παρ. 2 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση λέει ρητά ότι η εθνική ασφάλεια παραμένει αποκλειστική ευθύνη κάθε κράτους μέλους[3]. Όμως, η ίδια Συνθήκη περιλαμβάνει πλέον την Κοινή Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας (ΚΠΑΑ). Το άρθρο 42 ΣΕΕ αναφέρει ότι η ΚΠΑΑ αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ΚΠΑΑ, παρέχει στην Ένωση επιχειρησιακή ικανότητα με πολιτικά και στρατιωτικά μέσα, και μπορεί να χρησιμοποιείται για αποστολές εκτός ΕΕ, όπως διατήρηση ειρήνης, πρόληψη συγκρούσεων και ενίσχυση της διεθνούς ασφάλειας[4]. Στο ίδιο άρθρο προβλέπεται κάτι ακόμη σημαντικό: η «σταδιακή διαμόρφωση κοινής αμυντικής πολιτικής της Ένωσης», η οποία μπορεί να οδηγήσει σε κοινή άμυνα εφόσον το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αποφασίσει ομόφωνα και τα κράτη μέλη το εγκρίνουν σύμφωνα με τις συνταγματικές τους απαιτήσεις[5]. Η μεγάλη μετατόπιση είναι ακριβώς εδώ: η ΕΕ δεν γίνεται κλασικό στρατιωτικό κράτος, αλλά χρησιμοποιεί βιομηχανικά, χρηματοδοτικά και ερευνητικά εργαλεία για να στηρίξει την ευρωπαϊκή άμυνα. Στον πίνακα που ακολουθεί συγκεντρώσαμε τρεις κρίσιμες νομικές παρατηρήσεις: ΠΙΝΑΚΑΣ 1 Η ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΜΗΧΑΝΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ ΕΙΝΑΙ ΥΠΟΘΕΣΗ ΕΘΝΙΚΗ Η ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ
| Ζήτημα | Τι ισχύει |
| Εθνική ασφάλεια | Παραμένει αποκλειστική ευθύνη των κρατών μελών. |
| Κοινή πολιτική άμυνας | Επιτρέπεται ως σταδιακή διαδικασία, αλλά η «κοινή άμυνα» απαιτεί ομοφωνία. |
| Στρατιωτικές επιχειρήσεις | Δεν χρηματοδοτούνται κανονικά από τον προϋπολογισμό της ΕΕ όταν έχουν στρατιωτικές ή αμυντικές συνέπειες· το άρθρο 41 ΣΕΕ προβλέπει ειδικούς περιορισμούς. |
| Αμυντική βιομηχανία / έρευνα / προμήθειες | Εκεί η ΕΕ έχει βρει πεδίο δράσης μέσω βιομηχανικής πολιτικής, έρευνας, κοινών προμηθειών και δανείων. |
Στο επόμενο σημείωμά μας θα αναφερθούμε στη σύνοδο κορυφής 18ης και 19ης Ιουνίου 2026 και στους κινδύνους συρρίκνωσης κοινωνικών και αναπτυξιακών πολιτικών λόγω άμυνας. Επίσης θα σχεδιάσουμε και έναν πίνακα με όλα τα στοιχεία που θέτουμε στην κρίση των αναγνωστών για περαιτέρω διερεύνηση του σημαντικού αυτού θέματος, που μεταξύ άλλων επηρεάζει σημαντικά και την εξέλιξη του βίου μας. [1] https://european-union.europa.eu/principles-countries-history/history-eu/1945-59/schuman-declaration-may-1950_el [2] https://en.wikipedia.org/wiki/2012_Nobel_Peace_Prize [3] https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/HTML/?uri=CELEX:12012M002 [4] https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/HTML/?uri=CELEX%3A12008M042 [5] https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/HTML/?uri=CELEX:12016M042
